Ακούστε το τραγούδι και εκφράστε το μήνυμά του (όπως το καταλαβαίνετε)
Πατήστε τον σύνδεσμο ή σκανάρετε τον κώδικα για να διαβάσετε ένα σύντομο απόσπασμα από το graphic novel Αϊβαλί του Σολούπ. Στη συνέχεια πείτε πώς ο δημιουργός υποστηρίζει ότι κατασκευάζονται οι "εθνικοί εχθροί" ως Άλλοι.
https://online.fliphtml5.com/amshr/xida/#p=1
Διαβάστε το απόσπασμα και βρείτε τα σημεία που ο αφηγητής, ο μικρός Μέλιος, προσφυγόπουλο από την Κωνσταντινούπολη, χαρακτηρίζει τον Σουκρή. Ποια είναι τα αισθήματά του γι αυτόν; Το ότι είναι Τούρκος, τον εμποδίζει να δει τις αρετές του; Καθορίζει εντέλει η καταγωγή την ανθρώπινη φύση και τις ανθρώπινες σχέσεις;
«Σουκρή τον
λέγανε. Ήταν ένα δεκάχρονο τουρκόπουλο που με τιμούσε σαν τον τρανό αφέντη.
Βολικό και φιλότιμο σαν το σκυλί. Τίμιο σαν άγγελος και άσκημο σαν μάρτυρας. Το
γνώρισα ένα μεσημέρι καθώς περιτριγύριζε ένα γύρω στο Σταθμό μη βρει κάνα
φανταχτερό χαρτί, κάνα πιωμένο τσιγάρο για τη βάβω τη θεριακλίδισσα, κάνα
σάπιο φρούτο για να καταλαγιάσει την πείνα του. Ήταν απ’ τα μπουλούκια τις
τούρκικες φαμελιές που τις είχαν τώρα μήνες στοιβαγμένες μες στα χωράφια για να
τις πάρουνε τα τρένα και να τις πάνε στις καινούργιες πατρίδες. Εκεί κάτου, στα
χωράφια που αφήσαμε κι ήρθαμε τόσο μακριά τους για να τα θυμόμαστε και να λέμε
‘αχ…’
Εκεί κάτω
στο Βερτεκόπι γινόταν ένα αντάμωμα λυπητερό. Βαγονιές ρωμιοί και ρωμιόπουλα
ανέβαιναν για τον τούρκικο κάμπο της Καρατζόβας. Κι άλλες βαγονιές με
τουρκόπουλα κατέβαιναν για τους γιαλούς της Ανατολής. Κάτι ταξίδια αθέλητα,
απελπισμένα. Να ζηλεύει ο τούρκος το ρωμιό και ο ρωμιός τον τούρκο»
.........................................
-
Βρε Σουκρή! φωνάζει μπαροτιασμένος. Βρε Σουκρή! Η μάνα σου βρε! χτυπιέται
καταή! Η βάβω σου βρε! λιγοθυμάει!...Βρήκες ώρα, μωρέ θεοσκοτωμένο, να
γκιζερίσεις!
- Γιατί, μπρε Ντημητρό;
- Γιατί, λέει!...Άκου μωρέ!...Ε, πάει θα τρελαθώ! Γιατί; Βρε ο
"χαμάλης" φεύγει, βρε!...φεύγει, βρε! Έφυγε! Ακούς; Μπρος τώρα.
Φουσέκι! Ακόμα κάθεσαι; Φουσέκι να προκάμεις! Άτιμο τουρκί! Για κοίτα, βρε,
περπάτημα...Θα φύγουνε και θα σ' αφήσουνε αμανάτι. Κοίτα ένα σκέδιο άνθρωπος.
Αχ...και να σ' είχα δικό μου!
Χιμήξαμε τον κατήφορο σα ζαρκάδια που οσμίστηκαν μπαρούτι. ..............................................................................................................................
Χύθηκε ο Σουκρής ξοπίσω στο τρένο, σαν χηνάρι που τρέχει να προφτάσει την
αρμαθιά τ' αδερφάκια του. Μα ο " χαμάλης" είναι τόσο
άπονος...Πουφ!...πουφ!" κείνος τη δουλειά του. Ο Σουκρής τσιρίζει
σπαραχτικά.
- Ανάαα...ντουρ! Ανατζίικ...ντουρ...ντουρ! (Μάναα...Μανούλα...Σταμάτα!)
Άρχισε το κυνηγητό.
- Α! Σουκρή! φώναζαν απ' όλα τα βαγόνια...όλος ο κόσμος κρεμασμένος. Η
μάνα άπλωνε τα χέρια της σαν κλαδιά που τα δέρνει ο αγέρας.
- Α, γιαβρούμ...Α, τζιερίμ!...( Α, λατρεία μου...Α, σπλάχνο μου!).
Όλοι χτυπούσανε τα κάγκελα.
- Χ-α!...Χ-α!...
- Α, Σουκρή! Α! καπλάν! ....Χ-α!
Γέροι και νιοι απλώνανε χέρια, απλώνανε ζουνάρια. Η βάβω του τραβούσε τους
χαλκάδες του τρένου, για να το σταματήσει, και το περικαλούσε και το μάλωνε:
Ντουρ μπρε! Ντουρ μπρε! (Στάσου βρε!
Στάσου!).
Σπαραγμός...
Μα ήθελε δεν ήθελε ο " χαμάλης" έκοψε για μια στιγμή τη φόρα του -
όχι από καλοσύνη του, μα να, γιατί είχε φτάσει στα ψαλίδια, χρειάζεται προσοχή
εκεί. Ο Σουκρής τον έφτασε. Άπλωσε κιόλας τα μαύρα του χεράκια να γαντζώσει. Μα
δεν τ' αξιώθηκε. Σφυριγματιές πολλές ακούστηκαν με μιας. Κι ένα στρίγγλισμα
φοβερό, φοβερό...από χίλιες φωνές μαζί.
- Ααααααα!!!
... Ο Δημητρός ο μπερδεμένος ο χαζολογάς, σκουπίζει με το μανίκι τον ιδρώτα του
και - κρυφά κρυφά για να μην τον πάρω χαμπάρι - το περνάει κι απ' τα μάτια του.
Αχ, γιατί να' ναι τόσο άπονα τα τρένα.
Τώρα η Βάβω δε θ' ανασαίνει πια. Τώρα η μάνα θα μοιρολογάει...Θα
περπατάει το μοιρολόι της πάνω στις γραμμές. Και δε θα τη νοιάζει καθόλου αν το
τρένο φεύγει , πού πάει...κι αν κάποτε θα φτάσει, και πού...Τώρα η ψυχή της
απόμεινε πίσω στο Βερτεκόπι, να ξεσκίζεται...Κι ο "χαμάλης" θα
σφυράει...Θα σφυράει και θα τρέχει σαν στοιχειό που το κάψανε τα ξιόρκια, και
θα ουρλιάζει και θα σούρνεται στους κάμπους να βρει συχώρεση. Και θα ουρλιάζει
και θα σούρνεται , ώσπου να σκάσει.
Κι εγώ...(αχ...) εγώ, που ζύμωσα τα πικρά μικράτα μου, τ' αδύναμα αλαφρά
όνειρά μου μ' ένα τουρκάκι της Καρατζόβας, κάθομαι, ώρες τώρα - κρεμασμένο
κουρελάκι - πάνω στα κάγκελα του σταθμού, και δε βλέπω τίποτα μπροστά
μου,τίποτα, γιατί όλα είναι κλάμα...
Λένε πως τα παιδιά, σαν είναι άκακα εδώ στη γης και καλόγνωμα, σαν φτάσουνε
στον ουρανό γίνονται αγγέλοι. Μα ο Θεός τους, ο Τούρκος, τώρα έφυγε, και ποιος
θα του ανοίξει του Σουκρή που δεν ξέρει και τη γλώσσα;
Σε περικαλώ,
παππού Θεέ..., α δεις να τριγυρνάει όξω απ' το παλάτι σου ένα μαυριδερό
τουρκάκι, είναι ο φίλος μου ο Σουκρής. Παρ' το μέσα. Σε περικαλώ, και να το
συχωρέσεις που έχει λίγο άσκημα χείλια και μην το κακοκαρδίζεις γι' αυτό. Σε
περικαλάει ένας φτωχός μικροπουλητής του σταθμού που δρόσιζε τον κόσμο. Αν
ήσουνα καμιά φορά περαστικός από κει, θα τον θυμάσαι. Ήταν ένα κουτσό αγόρι. Σ'
ευχαριστώ...
Μενέλαος Λουντέμης, Συννεφιάζει, Ελληνικά Γράμματα 2010
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου